Η κατασκευή της Μήδειας

Posted on 05/05/2018 από

0


witches

(εικόνα σελήνης που γράφει στα αγγλικά «είμαστε οι εγγονές των μαγισσών που δεν μπορέσατε να κάψετε»)

Τα κυνήγια μαγισσών αποτελού(σα)ν τη δημόσια και παραδειγματική τιμωρία γυναικών με κατηγορίες όπως η παιδοκτονία. Στόχος τους δεν ήταν μόνο οι συγκεκριμένες γυναίκες, αλλά οι γυναίκες γενικότερα, ένας πόλεμος κατά των γυναικών και της αυτονομίας τους. Αυτές τις μέρες, μια ολόκληρη κοινωνία στην Ελλάδα και όχι μόνο έχει καταδικάσει μια νεαρή γυναίκα ως ψυχρή παιδοκτόνο. Χωρίς καμία ενσυναίσθηση των συνθηκών της. Με βάση το συναίσθημα και εικασίες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν αποδεικτεί ψέματα, που τα ΜΜΕ μεταδίδουν. Αυτό που με λυπεί περισσότερο όμως είναι που ακόμα και φεμινίστριες, όπως το Μωβ σε άρθρο με τίτλο «Σύλληψη της φοιτήτριας που πέταξε το νεογέννητό της» (πιασάρικος τίτλος που όμως δεν είναι δίκαιος), βγήκαν να την κατακρίνουν, συμβάλλοντας στην περαιτέρω στοχοποίηση της ίδιας, καθώς και στον περαιτέρω στιγματισμό άλλων γυναικών, γιατί, λέει, οι φεμινίστριες της δικής τους γενιάς έχουν αγωνιστεί και έχουν πια κατακτήσει το δικαίωμα στην έκτρωση για όλες τις γυναίκες, καθώς και έχουν εξαλείψει το στίγμα κατά των ανύπαντρων μητέρων («Εμείς οι επόμενες, αγωνιστήκαμε για το δικαίωμα στην έκτρωση, αλλά και για την πλήρη αποδοχή από την κοινωνία της τεκνοποίησης εκτός γάμου, και την στήριξη της ανύπαντρης μητέρας (ή της μητέρας χωρίς σύντροφο). Οπότε, έχουμε δημιουργήσει με τις κατακτήσεις αυτές το έδαφος για κάθε νεαρή φοιτήτρια να ακολουθήσει άλλες λύσεις, αντί της εγκατάλειψης του νεογέννητου..»).

Δεν πιστεύω πως στην Ελλάδα, όση δουλειά κι αν έχει γίνει, έχουν εξαλειφθεί το στίγμα, οι διακρίσεις και η φτώχεια για τις ανύπαντρες μητέρες, ούτε πως έχει κατακτηθεί το δικαίωμα όλων των γυναικών σε πρόσβαση σε έκτρωση. Και μιλώ βιωματικά. Να σας πω λοιπόν μια ιστορία μου. Την ιστορία μιας ανύπαντρης μητέρας που επέλεξε να κρατήσει το παιδί της και να το μεγαλώσει. Σαξές στόρι δεν το λες… (όχι με την έννοια που αποδίδεται στο σαξές στόρι τέλος πάντων).

Κατάγομαι και από την Ελλάδα και η μισή μου οικογένεια ζει στην Αθήνα. Όταν ήμουν έγκυος, χώρισα με τον πατέρα του παιδιού μου, μετά από δική μου απόφαση και επειδή εκείνος είναι ένας ανεύθυνος και κακοποιητικός άντρας. Οι γονείς μου όχι μόνο συμφωνούσαν με αυτήν την απόφαση, αλλά με πίεζαν κιόλας να την πάρω. Ταυτόχρονα όμως, και ειδικά η μητέρα μου, με πίεζαν για να κάνω έκτρωση. Εγώ αποφάσισα να συνεχίσω με την εγκυμοσύνη μου, να γεννήσω και να μεγαλώσω το παιδί μου. Η μητέρα μου δεν αποδέκτηκε ποτέ αυτή μου την απόφαση. Ο πατέρας μου τη σεβάστηκε, αλλά στήριξη δεν είδα ούτε από τη μια ούτε από τον άλλο. Όταν ήμουν έγκυος, ήμουν 21 χρονών και ήμουν φοιτήτρια. Οι γονείς μου, οι οποί@ ήταν ήδη χωρισμέν@, τσακώθηκαν τότε για το «ποι@ θα με αναλάμβανε» γιατί ντρέπονταν και οι δυο από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Ο πατέρας μου ζει στην Αθήνα και αν και σεβάστηκε κατά τα άλλα την απόφασή μου, δήλωσε πως ήταν αδύνατο να πάω να μείνω μαζί του «γιατί πως θα με παρουσιάσει, ανύπαντρη κι έγκυο, στην εκεί οικογένειά του και κοινωνία». Αποφάσισα να μείνω στην πόλη όπου σπούδαζα, μόνη μου και πολύ μακριά και από τη μητέρα και από τον πατέρα μου. Τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας μου, έλεγαν ψέματα για μένα στον περίγυρό τους γιατί ντρέπονταν. Και λένε ακόμα. Οι αδελφοί μου δεν μου μιλάνε ακόμα και ουσιαστική σχέση δεν έχω με κάποι@ από την οικογένεια.

21 χρονών, φοιτήτρια, έγκυος και μόνη. Πάλεψα πολύ, αλλά ήταν αδύνατο να επιβιώσω έτσι. Το μωρό από τη μια το ήθελα και από την άλλη έκανα και επίτηδες δραστηριότητες που απαγορεύονται στην εγκυμοσύνη, όπως το ότι σήκωνα βάρη, με την κρυφή ελπίδα να το αποβάλω, μέσα στην απόγνωσή μου. Ακόμα, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες, βρισκόμουν σε μια άρνηση, έπιανα την εαυτή μου να μην αποδέχεται καν το γεγονός της εγκυμοσύνης μου, παρά τις εξετάσεις και την ιατρική παρακολούθηση που είχα και παρά ακόμα και την ίδια μου την απόφαση να κρατήσω το παιδί. Κάποια στιγμή άρχισα να σκέφτομαι την έκτρωση. Πήγα σε γιατρό, μίλησα μαζί του, μου είπε πως μπορούσε να μου κάνει την έκτρωση, αλλά ταυτόχρονα εξέφρασε και την αποδοκιμασία του γιατί ήμουν ήδη σε πιο προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα πραγματικά να κάνω έκτρωση. Και έτσι αποφάσισα οριστικά να συνεχίσω την εγκυμοσύνη. Ήμουν τυχερή γιατί είχα μεγάλη στήριξη από δυο φίλες μου. Η υπόλοιπη όμως κοινωνία εναντίον μου. Αποδοκιμασία και shaming από παντού, συμφοιτητ@, καθηγητ@, ληξιαρχείο, γιατρ@, νοσηλευτ@, άλλες έγκυες. Ήμουν η «ελαφρών ηθών», «ανεύθυνη», «εγωίστρια», «καημένη», «χαζή», «παρατημένη», ό,τι ταμπέλα είχαν μου τη φορούσαν. Κι εγώ ήμουν φοβισμένη, απελπισμένη, άστεγη, χωρίς λεφτά και εν μέσω εξετάσεων. Κι αφού δεν μπορούσα με τίποτα να ανταπεξέλθω ούτε οικονομικά ούτε συναισθηματικά σε όλο αυτό, επέστρεψα στην κακοποιητική σχέση με τον πατέρα του παιδιού. Και πάλι βίωσα την κοινωνική αποδοκιμασία. Ήμουν η «αναποφάσιστη», «αδύναμη» κι άλλα πολλά. Και όταν γέννησα το παιδί, ακόμα πιο δύσκολα, ακόμα περισσότερη αποδοκιμασία και στίγμα. Και όταν αποφάσισα και ξαναχώρισα, οριστικά αυτή τη φορά, ξανά απ΄την αρχή. Και μέχρι σήμερα. Από την αντίδραση όσων μαθαίνουν για πρώτη φορά πως έχω παιδί χωρίς να έχω παντρευτεί μέχρι τη στέρησή μου σε πρόσβαση σε δικαιώματα όπως η κάρτα υγείας, το επίδομα μονογονιού, το επίδομα τέκνου, λόγω προκατάληψης των αρμόδιων λειτουργών και θεσμικών διακρίσεων. Είμαι αυτή που είμαι και παλεύω μόνη μου, ακόμα και στο δικαστήριο έχω πάει εκπροσωπώντας την εαυτή μου, για να κερδίσω πρόσβαση σε αυτά τα δικαιώματα. Και ενώ έχω κερδίσει τελικά πρόσβαση σε όλα αυτά, η αλήθεια είναι πως με έχουν διαλύσει. Και πως έχω στερηθεί πρόσβαση σε κάποια από αυτά για χρόνια. Και πως τους θεσμούς τους πολεμάς, αλλά τις αντιλήψεις του κόσμου δεν τις αλλάζεις μόνη σου. Και αυτές επηρεάζουν όχι μόνο εμένα, αλλά και το παιδί μου, το οποίο έχει στιγματιστεί επίσης.

Οι «παλιές προκαταλήψεις και οι βαθιά ριζωμένοι φόβοι» δεν βρίσκονται μόνο «στην ψυχή και το πνεύμα κάποιων γυναικών», όπως ισχυρίζεται το πιο πάνω άρθρο του Μωβ («Έχουμε προχωρήσει, αλλά φαίνεται αυτές οι παλιές προκαταλήψεις και βαθιά ριζωμένοι φόβοι δεν έχουν ακόμα εξαφανιστεί από την ψυχή και το πνεύμα όλων των γυναικών»), αλλά πρωτίστως είναι ριζωμένες/οι στην κοινωνία που τις/ τους επιβάλει στις γυναίκες. Όχι, δεν έχει εξαλειφτεί το στίγμα ενάντια στις ανύπαντρες μητέρες και δεν έχουν πραγματικά όλες οι γυναίκες πρόσβαση στην έκτρωση, παρά τους πολύχρονους αγώνες των φεμινιστικών κινημάτων. Ως φεμινίστριες έχουμε χρέος να το αναγνωρίζουμε αυτό και όσες έχουν τα προνόμια να μην βιώνουν αυτόν τον στιγματισμό κι αποκλεισμό, να μην εγκλωβίζονται στα συννεφάκια τους. Ας ρωτήσουν εμάς που τα βιώνουμε καθημερινά πριν μιλήσουν για εμάς.

Η πραγματικότητα είναι πως το κοινωνικό στίγμα και οι θεσμικές διακρίσεις κατά των ανύπαντρων μητέρων και των παιδιών μας υπάρχουν ακόμα κι ας έχουν καλυτερέψει σημαντικά τα πράγματα σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες. Η πραγματικότητα είναι πως οι μητέρες χωρίς σύντροφ@ είμαστε πολύ πιο ευάλωτες και στην φτώχεια. Και πολύ περισσότερο επιφορτισμένες με ευθύνες και εργασία που παραμένει απλήρωτη.

Η πραγματικότητα είναι επίσης πως αν και η έκτρωση έχει νομιμοποιηθεί δεν έχουν όλες οι γυναίκες πρόσβαση σε αυτή, λόγω της έλλειψης ενημέρωσης, της μη πρόσβασης στη δημόσια υγεία (κυρίως για μετανάστριες γυναίκες) και συχνά των αντιλήψεων των γιατρών που, ειδικά στα δημόσια νοσοκομεία, μπορούν να αρνηθούν να παρέχουν έκτρωση.

Ακόμα, πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχει στα αλήθεια ελεύθερη πρόσβαση σε σεξουαλική αγωγή, σε μεθόδους αντισύλληψης, σε υπηρεσίες στήριξης. Δεν υπάρχουν δομές στήριξης των γυναικών που βρίσκονται στη θέση της γυναίκας που όλη η κοινωνία τώρα καταδικάζει, που είναι νεαρές, μόνες, έγκυες, χωρίς οικονομική ανεξαρτησία. Δεν υπάρχουν ούτε κατάλληλες δομές για τα άτομα που βιώνουν επιλόχειο κατάθλιψη.

Δυστυχώς, ζούμε ακόμα σε βαθιά πατριαρχικές κοινωνίες, παρά τις προόδους που έχουν γίνει χάρη στα φεμινιστικά κινήματα. Απόδειξη ο τρόπος που μια ολόκληρη κοινωνία, με την παρότρυνση των ΜΜΕ, ζητά την κεφαλή μιας νεαρής γυναίκας επί πίνακι, όχι μόνο μεταφορικά αλλά πολλ@ και κυριολεκτικά. Στα όσα διαβάζουμε αυτές τις μέρες, ο μισογυνισμός δεδομένος και μπόνους η χοντροφοβία. Και το κοινό δυστυχώς διψά για θέαμα, για ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για βία. Και όσο περισσότερο καταναλώνει βία τόσο περισσότερο την απαιτεί και καλεί σε αυτή. Ένα κυνήγι μάγισσας ενάντια σε μια νεαρή γυναίκα που βρέθηκε σε μια πολύ δύσκολη θέση χωρίς οποιαδήποτε στήριξη. Η ίδια κοινωνία που την έφερε σε αυτήν τη δύσκολη θέση, η ίδια κοινωνία που της στέρησε την οποιαδήποτε στήριξη, τώρα την καταδικάζει για την πράξη της να εγκαταλείψει το νεογέννητο μωρό της μέσα στην απόγνωσή της και ενώ σε αυτή τη θέση απόγνωσης την οδήγησε η ίδια η κοινωνία.

Πριν λίγες μέρες λοιπόν βρέθηκε ένα νεογέννητο στον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα. Το νεογέννητο πέθανε και η αστυνομία μετά από έρευνες συνέλαβε μια νεαρή γυναίκα, 22 χρονών, στη μετεφηβεία δηλαδή, αφού ταυτοποιήθηκε ως η βιολογική μητέρα του παιδιού. Η γυναίκα είπε πως έμεινε έγκυος μέσα από μια προηγούμενη σχέση της. Όταν αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη, ενημέρωσε τον πρώην σύντροφό της και πατέρα του παιδιού, ο οποίος διάκοψε αμέσως κάθε επικοινωνία μαζί της. Ενημέρωσε επίσης μια φίλη της, η οποία επίσης απομακρύνθηκε. Η γυναίκα φοβήθηκε να μιλήσει στ@ γονείς της και συνέχισε την εγκυμοσύνη με σκοπό να δώσει το παιδί για παιδοθεσία. Όταν την έπιασαν οι πόνοι της γέννας, πήγε στο σπίτι της και γέννησε μόνη της. Τρομοκρατημένη και σε πανικό, αφού στο σπίτι θα επέστρεφε η μητέρα της, με την οποία ζει, άφησε το μωρό στον ακάλυπτο, με σκοπό να πάει να το πάρει με την πρώτη ευκαιρία που θα της δινόταν, όταν δηλαδή η μητέρα της δεν θα ήταν στο σπίτι. Στο μεταξύ, το μωρό βρέθηκε από γειτόνισσα και κλήθηκε η αστυνομία.

Η γυναίκα αυτή κατηγορείται από την πρώτη στιγμή ως παιδοκτόνος, τόσο ποινικά όσο και από την κοινωνία. Παρόλο που δεν σκότωσε η ίδια το παιδί και ούτε και είχε τέτοια πρόθεση. Αντίθετα, πρόθεσή της ήταν να πάει να το πάρει μόλις μπορούσε. Χωρίς να λαμβάνεται καν υπόψη πως αυτή η γυναίκα κινδύνευσε πρώτα η ίδια, χωρίς προγεννητικό έλεγχο και γεννώντας εντελώς μόνη. Παραγνωρίζοντας τα δικά της τραύματα, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τη γέννα. Γεγονός παραμένει πως αντιμετωπίζει ποινική δίωξη. Αλλά η κοινωνική της δίωξη είναι ίσως ακόμα πιο σοβαρή και αναμφίβολα έχει επηρεάσει και επηρεάζει και την ποινική.

Την κατηγορούν πως απόκρυψε την εγκυμοσύνη της και δεν ενημέρωσε τ@ γονείς της. Τονίζοντας πως ο λόγος δήθεν που κατάφερε να αποκρύψει την εγκυμοσύνη της μέχρι το τέλος ήταν το χοντρό σώμα της – το οποίο δεν είναι καν χοντρό, αλλά άσχετο. Συνηγορώντας βέβαια στην αντικειμενοποίηση των γυναικείων σωμάτων και ιδιαίτερα των εγκυμονούντων σωμάτων. Αδυνατώ να κατανοήσω την κατηγορία για απόκρυψη εγκυμοσύνης. Μια εγκυμοσύνη αφορά το σώμα του ατόμου που κυοφορεί και κανένα άτομο δεν θα έπρεπε να είναι υποχρεωμένο να την αποκαλύψει. Σε κάθε περίπτωση, για να μην την αποκαλύψει στ@ γονείς της είχε τους λόγους της και η ίδια λέει πως φοβόταν την αντίδραση των γονιών της. Φόβος καθόλου αβάσιμος αν αναλογιστούμε το στίγμα μιας ανύπαντρης μητέρας στην κοινωνία μας και το γεγονός πως πολλ@ γονείς αποξενώνουν τα παιδιά τους λόγω μιας εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία και ακόμα περισσότερο όταν είναι εκτός γάμου. Πάντως, η γυναίκα δεν απόκρυψε την εγκυμοσύνη της, όπως την κατηγορούν. Την αποκάλυψε στον πατέρα του παιδιού, ο οποίος σταμάτησε να απαντά στα τηλεφωνήματά της μετά την αποκάλυψη. Την αποκάλυψε επίσης σε φίλη της, η οποία επίσης την απομάκρυνε. Την κατηγορούν επίσης πως δεν ζήτησε στήριξη. Μα πώς να συνεχίσει να αναζητεί στήριξη όταν ο πατέρας του παιδιού και η φίλη της την εγκατάλειψαν με το που τους ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη της και σε μια κοινωνία όπου δεν υπάρχουν ξεκάθαρες δομές στήριξης σε μια γυναίκα που είναι μόνη και έγκυος;

Τα ΜΜΕ την αποκαλούν «παιδοκτόνο», έχουν δημοσιεύσει προσωπικά της δεδομένα, μέχρι και φωτογραφίες της και περιγράφουν λεπτομερώς την προσωπική της ιστορία, καθώς και την εγκατάλειψη του βρέφους. Καλούν στις εκπομπές τους και παίρνουν συνεντεύξεις από τ@ γονείς της, τον πρώην σύντροφό της, φίλ@ της, γνωστ@ της, γειτον@ της. Όλ@ αυτ@, κάποι@ σίγουρα με καλές προθέσεις, μιλάνε για την προσωπική της ζωή και το σώμα της, δίνουν τις δικές τους «αξιολογήσεις» για τον χαρακτήρα της και την ψυχική της υγεία. Χωρίς τη συναίνεσή της απαραίτητα και χωρίς να έχει καταδικαστεί από δικαστήριο.

Η επίκληση στο συναίσθημα, γνωστή μέθοδος για να στήνονται λαϊκά δικαστήρια. Έτσι λοιπόν στήθηκαν τα λαϊκά δικαστήρια πολύ πριν τα ποινικά. Και ενώ η γυναίκα νοσηλευόταν, το κοινό φώναζε για την παραδειγματική τιμωρία της. Και όταν κατηγορήθηκε και απολογήθηκε στο δικαστήριο, η απολογία της δημοσιεύτηκε, όχι σε κλίμα ενσυναίσθησης για την φρικτή θέση στην οποία περιγράφει πως βρέθηκε, αλλά για την περαιτέρω διαπόμπευσή της. Και ενώ αφέθηκε ελεύθερη κάτω από όρους μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, τα ΜΜΕ αφήνουν να αιωρείται πως έχει απαλλαχτεί και το κοινό εξοργίζεται εκ νέου και καλεί στην άμεση και υποδειγματική τιμωρία της. Για να μην πάρουν, λέει, το μήνυμα, άλλες γυναίκες πως μπορούν ατιμώρητες να σκοτώνουν τα παιδιά τους. Επειδή ως κοινωνία φαίνεται να υποθέτουμε πως είναι πολλές οι γυναίκες που σχεδιάζουν να σκοτώσουν τα παιδιά τους. Και πως αν συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι επειδή οι ίδιες είναι κακές κι εγκληματίες.

Ένα μπουφέ «αναλύσεων» από δημοσιογράφους, ειδικούς και πολίτ@ παρελαύνει στα ΜΜΕ προς τέρψη όλων των απόψεων και επιβεβαιώνοντας όλα τα στερεότυπα για να μην τελειώσει ποτέ ο στιγματισμός. Δεν κατηγορείται μόνο η νεαρή γυναίκα. Κατηγορείται επίσης η μητέρα της. Κάποτε ως απούσα και κάποτε ως υπερπροστατευτική. Από τη μια επειδή δεν ήταν κοντά στην κόρη της και από την άλλη, επειδή δεν φρόντισε να έχει δική της ζωή, προσφέροντας πάντα λύσεις στα προβλήματα της κόρης της και καθιστώντας την έτσι ανίκανη να αναλάβει τις ευθύνες της. Τόσο ως αυστηρή και συντηρητική όσο και ως ανίκανη να ελέγξει τη ζωή της κόρης της. Τόσο ως αδιάφορη όσο και επειδή δεν φρόντισε η κόρη της να γίνει ανεξάρτητη γυναίκα. Όλα αυτά βασιζόμενα σε εικασίες βέβαια και αναλύσεις του ποδαριού. Τόσο όσο να μην φταίξει η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Γιατί στην πατριαρχία, όταν είσαι γυναίκα φταις. Πάντα. Τόσο για αυτά που έκανες όσο και για εκείνα που δεν έκανες, στη βάση υποθέσεων πάντα. Και πάντα κρίνεσαι ανεπαρκής, παρά τους αγώνες σου να ανταπεξέλθεις μόνη σου σε ευθύνες που δεν θα έπρεπε να είναι μόνο δικές σου. Αυτή που δεν φταίει ποτέ είναι η πατριαρχία.

Ενδεικτικό είναι πως μέσα στις τόσες «αναλύσεις» που γίνονται και εν μέσω κατακραυγής τόσο για τη νεαρή γυναίκα όσο και για τη μητέρα της, κάθε φορά που υπάρχει κάποια αναφορά στις ευθύνες του πατέρα του παιδιού και του πατέρα της ίδιας της νεαρής γυναίκας, οι δικαιολογίες είναι έτοιμες. Ναι μεν ο πατέρας της ήταν απών για χρόνια από τη ζωή της, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε στήριξη, αλλά, όπως άκουσα σε διάφορα ΜΜΕ, «οι άντρες δυσκολεύονται να χειριστούν την κατάσταση που προκύπτει μετά από ένα διαζύγιο και δεν μπορούν να ισορροπήσουν τις ευθύνες τους ως πατέρες των παιδιών από προηγούμενο γάμο σε σχέση με εκείνες που έχουν στη νέα οικογένεια που έχουν δημιουργήσει». Μάλιστα, αυτό φτάνει να θεωρείται αποτέλεσμα της… μεγάλης τους ευαισθησίας και έτσι, δεν μετρά εναντίον τους.

Οι περισσότερ@ απορρίπτουν ακόμα και τις ευθύνες του πατέρα του παιδιού, «γιατί δεν ήταν εκεί», λες και δεν έχει ευθύνες που δεν ήταν εκεί όταν γεννιόταν το παιδί του. Ή «γιατί είναι πολύ νεαρός», παρόλο που είναι μεγαλύτερος από τη νεαρή γυναίκα. Το αποκορύφωμα των δικαιολογιών είναι η υπόθεση πως η νεαρή γυναίκα ίσως να προσπαθούσε να εκβιάσει την αγάπη του μέσα από το παιδί, «όπως κάνουν πολλές γυναίκες». Όπως και να έχει, ο ίδιος έχει εξιλεωθεί στα μάτια τόσο της κοινωνίας όσο και του νόμου, αφού δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε ευθύνη, είτε σε νομικό είτε σε κοινωνικό επίπεδο.

Η κοινωνία που σήμερα κρίνει και κατακρίνει, στήνει λαϊκά δικαστήρια και βγάζει ετυμηγορίες απαριθμόντας τις επιλογές που θεωρητικά είχε μπροστά της αυτή η γυναίκα, είναι η ίδια κοινωνία που έφτασε αυτή τη γυναίκα σε αυτήν τη θέση. Είναι η ίδια κοινωνία που δεν της παρείχε οποιαδήποτε στήριξη ούτε και ασφάλεια για να ζητήσει κάποια στήριξη. Είναι η ίδια κοινωνία που αν αυτή η γυναίκα κρατούσε και μεγάλωνε αυτό το παιδί, θα την στιγμάτιζε επίσης για μια ζωή, καθώς και το παιδί. Είναι η ίδια κοινωνία που αν η γυναίκα αυτή έκανε έκτρωση, θα την κατάκρινε και πάλι ως «παιδοκτόνο». Είναι η ίδια κοινωνία που αν αυτή η γυναίκα έδινε το παιδί για παιδοθεσία και πάλι θα την κατάκρινε και θα χλεύαζε το ίδιο το παιδί. Γιατί, είπαμε, όταν είσαι γυναίκα στην πατριαρχία, ό,τι και να κάνεις θα θεωρείται πάντα λάθος. Και όλες αυτές οι επιλογές οδηγούν πάντα στον στιγματισμό και την αποδοκιμασία, μόνο σε διαφορετικούς ίσως βαθμούς.

Δυστυχώς, το κλίμα που δημιουργείται επηρεάζει αρνητικά σε πολλά επίπεδα: επηρεάζει το δικαίωμα της κατηγορούμενης σε μια δίκαιη δίκη, στιγματίζει την ίδια, στιγματίζει περαιτέρω τις ανύπαντρες μητέρες και τις γυναίκες γενικότερα, καλλιεργώντας τον μισογυνισμό. Ακόμα, οι περιγραφικές λεπτομέρειες (απαραίτητες για το συναίσθημα) τραυματίζουν ακόμα περισσότερ@, ιδιαίτερα  λεχώνες, νεαρές μητέρες και παιδιά που τις διαβάζουν. Όλα στον βωμό των αριθμών. Αποδεικνύοντας πως όλοι οι φόβοι αυτής της γυναίκας ήταν πέρα για πέρα αληθινοί.

Γιατί ας μη γελιόμαστε, η κοινωνική κατακραυγή, αν και επικαλείται τα δικαιώματα του βρέφους που έχει πεθάνει, στην πραγματικότητα είναι προς υπεράσπιση των στερεοτύπων και των πατριαρχικών δομών. Όπως και κάθε κυνήγι μαγισσών, έτσι κι αυτό, γίνεται ουσιαστικά προς παραδειγματισμό, αφού αυτό που έχει προσβληθεί κυρίως είναι τα στερεότυπα της κοινωνίας γύρω από τη σωστή μάνα, η οποία πρέπει πάντα να γίνεται αυτοθυσία. Κι αν όχι, τότε να τιμωρείται παραδειγματικά, αναγκάζοντάς την στο κουτάκι που η κοινωνία έχει κατασκευάσει εδώ και αιώνες «μάγισσα – Μήδεια – παιδοκτόνος».

medea

(λεπτομέρεια αγγειογραφίας που απεικονίζει την Μήδεια στο πύρινο άρμα που σέρνουν δυο φίδια)

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τον μύθο της Μήδειας τον γνωρίζουμε μέσα από την αφήγηση ενός άντρα. Η Μήδεια θεωρείται γνωστή μάγισσα (πιθανότατα μια έξυπνη γιατρός της εποχής), ανηψιά της Κίρκης, κόρη της Εκάτης και του Αιήτη, βασιλιά της Κολχίδας. Ερωτεύτηκε τον Ιάσωνα, ο οποίος την χρησιμοποίησε για να πετύχει τους στόχους του και πήγαν μαζί στην Κόρινθο. Στη συνέχεια, ο Ιάσωνας εγκατάλειψε την Μήδεια για να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα, την πριγκίπισσα της Κορίνθου, που θα του έδινε και άλλο στάτους, αφού μάλιστα η εγκυρότητα του γάμου του με την Μήδεια αμφισβητείτο στη βάση του ότι εκείνη ήταν «ξένη». Σύμφωνα με τον μύθο που έχει επικρατήσει, η Μήδεια σκότωσε τη γυναίκα που ο Ιάσωνας σκόπευε να παντρευτεί, καθώς και τα παιδιά της που είχε αποκτήσει με τον Ιάσωνα, για να τον εκδικηθεί και στη συνέχεια, αναλήφθηκε στους ουρανούς πάνω σε ένα πύρινο άρμα που έσερναν φίδια. Αυτό που αναφέρει και ο ίδιος ο Ευριπίδης μέσα από την Μήδεια είναι πως η απόφασή της να σκοτώσει τα παιδιά της πάρθηκε και μέσα από την ανησυχία της για το μέλλον των παιδιών της, τον φόβο για τη συμπεριφορά του κόσμου απέναντί τους, μετά την εξορία της ιδίας, της μάνας τους δηλαδή. Ενδιαφέρον είναι πως κάποι@ μυθογράφ@ θεωρούν πως ο Ευριπίδης ήταν βαλτός από τους Κορινθίους να κατηγορήσει ψευδώς την Μήδεια ότι σκότωσε τα παιδιά της, γιατί ως «ξένη/ βάρβαρη» τη θεωρούσαν απειλή για την τάξη της κοινώνιας τους και ήθελαν να την πλήξουν. Καθόλου άσχετο επίσης το ότι η Μήδεια, λόγω και της καταγωγής της από την Κολχίδα, θεωρείται σύμβολο της παλιάς κοινωνίας, της μητριαρχίας, και άρα, απειλή στο κατεστημένο, στον τρόπο ζωής τους, στην πατριαρχία. Σε αυτό συνηγορούν άλλες εκδοχές του ίδιου μύθου, σύμφωνα με τις οποίες η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, αλλά προσπάθησε να τα προστατεύσει από τους Κορινθίους που τελικά της τα σκότωσαν διαδίδοντας φήμες πως τα σκότωσε η ίδια. Υπενθυμίζω, ιδιαίτερα στις φεμινίστριες που τώρα έσπευσαν να καταδικάσουν τη νεαρή γυναίκα, πως καθόλου τυχαία, ο μύθος της Μήδειας έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης φεμινιστριών στους αγώνες τους, αφού είναι μια σπάνια απεικόνιση μιας γυναίκας με αυτενέργεια, η οποία αρνείται να συμβιβαστεί με τον παραδοσιακό της ρόλο και να αποδεχτεί παθητικά τη μοίρα της.

Τόσο ο μύθος της Μήδειας όσο και το πρόσφατο πραγματικό γεγονός της νεαρής γυναίκας που εξαναγκάστηκε να γεννήσει μόνη της και να αφήσει το παιδί της στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα εκείνο να πεθάνει, καθώς και ο τρόπος αφήγησής τους, αποκαλύπτουν κυρίως την υποκρισία των πατριαρχικών κοινωνιών μας, οι οποίες έρχονται να δαιμονοποιήσουν εκείνα τα άτομα που οι ίδιες έχουν θυματοποιήσει.

Αν πραγματικά μας σοκάρει και μας ενοχλεί η εγκατάλειψη ενός βρέφους (που πρέπει να μας ενοχλεί τουλάχιστο), τότε πρέπει να μας ενοχλεί και η έλλειψη κοινωνικής στήριξης  σε μια νεαρή έγκυο γυναίκα. Αν πραγματικά μας απασχολεί η αξία της ανθρώπινης ζωής, ας ξεφύγουμε από τα στερεότυπα της αυτοθυσίας, αλλά και από τον μύθο της Μήδειας. Και κυρίως, ας κατανοήσουμε πως τέτοια συμβάντα δεν αποτελούν αποκλειστικά οικογενειακές και προσωπικές τραγωδίες, αλλά αποτελέσματα των κοινωνιών μας. Και ας αναγνωρίσουμε το δικαίωμα της κάθε γυναίκας στην αυτοδιάθεση του σώματός της, στην ενημέρωση, στην στήριξη και στην πρόσβαση σε επιλογές που να σέβονται την ίδια. Και αν εννοούμε πραγματικά πως τα παιδιά δεν πρέπει να θεωρούνται ιδιοκτησία της μάνας τους, τότε να αναγνωρίσουμε και τις συλλογικές μας ευθύνες ως κοινωνία προς όλα τα παιδιά και να μην αφήνουμε τις υποχρεώσεις τους αποκλειστικά στις μανάδες τους.

Posted in: General, Άρθρα